Σάββατο, 12 Μαΐου 2012
σαν όνειρο ...
Άξαφνα, το κοριτσάκι πετάγεται πάνω κλαίγοντας ... Αλαφιασμένος ο πατέρας τρέχει κοντά της ... την παίρνει στην αγκαλιά του ...
- "όνειρο ήτανε αγάπη μου", την παρηγορεί, "πάει ... πέρασε πια" ...
... εκείνη συνεχίζει να κλαίει ...
- "δεν θέλω να το ξαναδώ μπαμπάκα", λέει μέσα σε αναφιλητά ... "πονάει πολύ" ...
- "πάει πέρασε καλή μου", επαναλαμβάνει ο πατέρας ... "δεν πρόκειται να το ξαναδείς ... ησύχασε ... ησύχασε βλαστάρι μου γλυκό" ...
... την σφίγγει ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά του ... αρχίζει να την νανουρίζει ... η μικρή ηρεμεί ... σιγά - σιγά, τα βλέφαρα βαραίνουν ...
- "καληνύχτα αγαπούλα" ... της ψιθυρίζει ήρεμα εκείνος ... εξακολουθεί να την κρατά σφιχτά στην αγκαλιά του ... "καληνύχτα άγγελέ μου" ... επαναλαμβάνει ...
* αφιερωμένο στην Αγγελική Χρυσικοπούλου, που έφυγε τόσο πρόωρα από κοντά μας και τώρα βρίσκεται στην αγκαλιά του πατέρα της
Μαρίνα και Γιάννης
Τετάρτη, 18 Απριλίου 2012
Ηθικά

Αν αρκούμασταν στα απαραίτητα, οι δανειστές δεν θα υπήρχαν ως είδος, όπως δεν υπάρχουν Κένταυροι και Γοργόνες. Τους δανειστές τους δημιούργησε η τρυφή …
Άνθρωπος όμως που μπλέκει μια φορά, μένει χρεωστής για πάντα και, σαν άλογο που του έχουν φορέσει χαλινάρι, δέχεται στη ράχη του τον έναν αναβάτη μετά τον άλλον· και μη βρίσκοντας κανένα καταφύγιο σ’ εκείνα τα λιβάδια και τα βοσκοτόπια, περιπλανιέται μάταια, όπως οι δαίμονες που λέει ο Εμπεδοκλής, οι διωγμένοι απ’ τους θεούς κι απ’ τα ουράνια …
«Ο ένας λοιπόν τον άλλον διαδέχεται», τοκογλύφος ή μεσάζοντας …
Αν πέσει κάποιος μες στη λάσπη πρέπει ή να σηκωθεί αμέσως ή να μείνει ακίνητος· αν στριφογυρνάει και κυλιέται με το σώμα του μουσκεμένο, μαζεύει επάνω του ακόμη περισσότερη βρωμιά. Αντιστοίχως και οι οφειλέτες, δανειζόμενοι από τον έναν για να πληρώσουν τον άλλον και μετακυλίοντας τα χρέη τους, φορτώνονται όλο και περισσότερους τόκους και δυσχεραίνουν όλο και πιο πολύ τη θέση τους· και δεν διαφέρουν σε τίποτε από ανθρώπους που πάσχουν από χολέρα …
Έτσι λοιπόν και οι οφειλέτες, δεν φροντίζουν να γλιτώσουν οριστικά από τα χρέη και, κάθε φορά που φτάνει η στιγμή, με οδύνη και σπαραγμό πληρώνουν τον τόκο, που ευθύς αμέσως τον διαδέχεται άλλος …
Η Καλυψώ έντυσε τον Οδυσσέα «με ρούχα ευωδιαστά» που ανέδιδαν θεϊκή πνοή, δώρα και ενθύμια της αγάπης της. Μα όταν το πλεούμενό του ανατράπηκε, κι ο ίδιος πάλευε με τα κύματα, καταφέρνοντας μετά βίας να κρατηθεί στην επιφάνεια, έβγαλε από πάνω του τα ρούχα της Καλυψώς, που είχαν μουσκέψει και βαρύνει, τύλιξε το γυμνό του στήθος μ’ ένα μαντίλι και πέρα απ’ την ακτή κολύμπησε, με βλέμμα πάντα στη στεριά· κι όταν πια ήταν ασφαλής, δεν του λείψανε ούτε ρούχα ούτε τροφή.
Μήπως δεν βρίσκει φουρτούνα τους οφειλέτες, όταν εμφανίζεται κάθε τόσο ο δανειστής και λέει «πλήρωνε» ; … Έτσι κι οι τόκοι σωρεύονται ο ένας πάνω στον άλλο·κι ο άνθρωπος που βλέπει να τον πνίγουν τα χρέη, αγωνίζεται να μείνει στην επιφάνεια, μα δεν μπορεί να κολυμπήσει μακριά απ’ όσα τον βαραίνουν και να γλιτώσει· τον παρασύρουν στον βυθό και αφανίζεται …
(1) Πλούταρχος, «περὶ τοῦ μὴ δεῖν δανείζεσθαι», μτφρ. Πολυξένη Παπαπάνου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2011
Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012
ιστορικές αναφορές
Βαυαρική αποικία[1]
Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι επισημαίνουν μια «αφύπνιση του φιλελληνισμού» στην Ευρώπη μετά το 1826. Στην πραγματικότητα πρόκειται για αφύπνιση του ενδιαφέροντος των Δυνάμεων για το ελληνικό πρόβλημα ύστερα από την αιγυπτιακή εισβολή στην Ελλάδα και την απειλητική για τα συμφέροντά τους κατάσταση του δημιουργούσε το προγεφύρωμα του Μεχμέτ Αλή στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το φιλελληνικό κίνημα, σύμφυτο με τον φιλελευθερισμό των λαών, αν όχι ταυτόσημο, ελεγχόταν σταθερά σε όλα τα χρόνια του Αγώνα από τις κυβερνήσεις και χρησιμοποιούνταν επιδέξια για την προσέγγιση πολιτικών σκοπών και εξυπηρέτηση εθνικών συμφερόντων. Άλλοτε συμπιεζόταν, άλλοτε αφηνόταν ελεύθερο και άλλοτε υποδαυλιζόταν. Ουσιαστικά το λεγόμενο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη και στην Αμερική δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην πολιτική λύση του ελληνικού προβλήματος. Οι ευρωπαϊκοί λαοί έτρεφαν φιλελληνικά αισθήματα αλλά η φωνή τους μεταστοιχειωνόταν και απενεργοποιόταν από τον μηχανισμό των Κομιτάτων που ελέγχονταν απόλυτα από τις κυβερνήσεις και τις μυστικές υπηρεσίες.
Στην Ελλάδα, ωστόσο, οι φιλελληνικές εκδηλώσεις ερμηνεύονταν ως προοίμιο και εγγύηση της εθνικής ανεξαρτησίας. Μέσα στο 1826 οργίαζαν οι φήμες και οι διαδόσεις για άμεση στρατιωτική βοήθεια. Το φθινόπωρο μια χαρμόσυνη είδηση κυκλοφορούσε σ’ ολόκληρη την Ελλάδα προκαλώντας ενθουσιασμό και αναπτερώνοντας τις ελπίδες. Από στιγμή σε στιγμή φθάνει από τη Βαυαρία τακτικό στράτευμα τριάντα χιλιάδων ανδρών. Έφθασαν – τον Δεκέμβριο του 1826 – πραγματικά οι Βαυαροί, αλλά ήταν μόνο δώδεκα. Μια μικρή ομάδα – αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί γιατροί – με επικεφαλής τον συνταγματάρχη Κάρολο Χάιντεκ. Δεν ήταν εθελοντές αλλά μέλη «στρατιωτικής αποστολής». Υπηρετούσαν όλοι στο βαυαρικό στράτευμα, φορούσαν τις στολές τους και ταξίδευαν στην Ελλάδα επίσημα, με κανονική άδεια, ως συγκροτημένη ομάδα, με εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου[2]. Ήταν η πρώτη φορά που μια ξένη χώρα έστελνε στην Ελλάδα, ανοιχτά και απροσχημάτιστα, στρατιωτικούς. Αλλά η Βαυαρία ήταν ένα κρατίδιο στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς ειδικά συμφέροντα στην Ανατολή, χωρίς εμπορικό στόλο στη Μεσόγειο και οικονομικοπολιτικές σχέσεις με την Τουρκία. Αντίθετα, οι κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων και της Αμερικής απέφευγαν κάθε φανερή ανάμιξη στις φιλελληνικές εκδηλώσεις και στην αποστολή βοήθειας. Κρατούσαν υπό τον έλεγχό τους τα Κομιτάτα ή καθοδηγούσαν τους εθελοντές άμεσα ή έμμεσα και τους χρησιμοποιούσαν ως όργανα εθνικής πολιτικής, τηρούσαν τα προσχήματα και υποκρίνονταν ουδετερότητα για να μην διακινδυνεύσουν τα συμφέροντά τους στην οθωμανική αυτοκρατορία και να μην διαταραχθούν οι σχέσεις τους με την Πύλη. Για τον Λουδοβίκο, όμως, της Βαυαρίας αυτή η συμβολική χειρονομία αποτελούσε εφαρμογή μιας πολιτικής που επέτρεπε διασυνδέσεις με τον ελληνικό χώρο και καλλιέργεια επιρροής χωρίς κανένα κίνδυνο περιπλοκών με την Πύλη. Και όπως είναι γνωστό, με την φιλελληνική εκείνη πρωτοβουλία, ο Λουδοβίκος πέτυχε την έκδοση μιας συναλλαγματικής που θα εξαργυρωθεί αργότερα με την ανάρρηση στο θρόνο του ανήλικου γιου του. Ο συνταγματάρχης Χάιντεκ θα ξαναγυρίσει σε λίγα χρόνια στην Ελλάδα ως μέλος της τριμελούς αντιβασιλείας[3]. Υπερκερδοφόρα η αποπληρωμή. Η Ελλάδα θα γίνει για ένα διάστημα βαυαρική αποικία.
[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 289-290, Αθήνα 1984
[2] Στην βαυαρική αποστολή υπό τον Χάιντεκ πήραν μέρος οι λοχαγοί Θ. Χύγκλερ και Φρ. Σνίτσλαιν, οι υπολοχαγοί Σενχάμμερ, Κραζάιζεν, Αντ. Σίλτσερ και Γ. φον Ας, ο στρατιωτικός γιατρός Σεμπ. Σράινερ, οι λοχίες Μέζινγκ, Γκορτ, Βιλντ, Μάντλερ και Μάγιερ, ο δεκανέας Γκυρτελάιν και ο πυροβολητής Ρύππρεχτ. Ο φον Ας αρρώστησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και γύρισε στο Μόναχο τον Νοέμβριο του 1827. Ο υπολοχαγός Σίλτσερ πέθανε στην Ελλάδα.
[3] το 1844 έγινε βαρώνος. Αποστρατεύθηκε το 1855.
Παρασκευή, 6 Απριλίου 2012
Δίκαιο
μικρά κείμενα
νομικά ζητήματα στον καιρό του Καποδίστρια[1]
Στις 28 Ιουλίου 1828 κατέπλευσε στον Πόρο το αμερικανικό βρίκι «Χέραλντ». Ήταν το έβδομο φορτίο με αμερικανικά βοηθήματα που έφθανε στην Ελλάδα. Το συνόδευαν ο δικαστής Σαμουήλ Γούντρουφ και ο Ιωάννης Στύβενσαντ. Ο δικαστής κράτησε ημερολόγιο του ταξιδιού και των εμπειριών του στην Ελλάδα. Κυκλοφόρησε το 1831.
…
Ο Γούντρουφ εξεικονίζει στο χρονικό του τις συμφορές που άφησε ο απελευθερωτικός πόλεμος: «Οχτώ σχεδόν χρόνια κράτησε ο ωραίος αγώνας της Ελλάδας για ζωή και ελευθερία εναντίον των άγριων δυναστών της. Οι καταστροφές του πολέμου και οι δηώσεις είναι αποτυπωμένες στο μεγαλύτερο μέρος της όμορφης χώρας. Τα τέκνα της έπεσαν στο πεδίο της μάχης· πολλές από τις ωραίες θυγατέρες της βιάσθησαν και σφαγιάσθησαν· ολόκληρες πόλεις έχουν παραδοθεί στη σφαγή χωρίς διάκριση· χιλιάδες παιδιά πετάχθηκαν από τα παράθυρα στα καλντερίμια ή εκτινάχθηκαν στους τοίχους των σπιτιών, χιλιάδες χήρες και ορφανά χωρίς στέγη, χωρίς χρήματα, χωρίς προστασία υψώνουν τα μάτια και τα χέρια εκλιπαρώντας τη χριστιανική φιλανθρωπία».
Για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια στην ελληνική επικράτεια ο Καποδίστριας έλαβε, γράφει ο Γούντρουφ, ‘’δύο τολμηρά και αποφασιστικά μέτρα’’. Εγκατέστησε τελωνειακές αρχές σε όλα τα λιμάνια, με ένοπλη φρουρά και έδωσε εντολή να εφοδιασθούν όλα τα καράβια, μικρά και μεγάλα, με ναυτιλιακά έγγραφα, όπου θα αναφέρονται όλα τα στοιχεία του πλοίου, τα ονόματα των μελών του πληρώματος και των επιβατών, ο σκοπός του ταξιδιού, ο προορισμός κ.λπ. Το καράβι που δεν ήταν εφοδιασμένο με τέτοια έγγραφα χαρακτηριζόταν πειρατικό και δημευόταν, ενώ το πλήρωμα δικαζόταν και καταδικαζόταν. Το δεύτερο μέτρο ήταν ο αφοπλισμός όλων των πολιτών, εκτός εκείνων που βρίσκονταν σε κρατική υπηρεσία. ‘’Και τα δύο μέτρα πέτυχαν χωρίς σημαντικές αντιδράσεις’’.
…
Ο Καποδίστριας είπε στους Αμερικανούς ότι μελέτησε το Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών και ήθελε να το εφαρμόσει στην Ελλάδα. Πρόσθεσε όμως: «Η κατάστασή μας είναι κρίσιμη. Ο λαός είναι ασυνήθιστος σε ελεύθερη διακυβέρνηση. Ο χρόνος και το μέλλον θα το αποφασίσουν».
Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012
Πολιτική

σαν σήμερα
τα κόμματα και η Πατρίδα[1]
Το Μεσολόγγι αποτελεί μια ένδοξη αλλά και μαύρη σελίδα της ιστορίας του Αγώνα. Ένδοξη για τη γενναιότητα και την καρτερία, την ανένδοτη αντίσταση και την αντοχή των αγωνιστών, για το ολοκαύτωμα της Εξόδου. Μαύρη για τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή – πράξεις και παραλείψεις ιδιοτελείς, πάθη και αθλιότητες, ψυχροί υπολογισμοί και τύφλωση. Το Μεσολόγγι αφέθηκε στη μοίρα του εν ψυχρώ. Συναγωνίσθηκαν για το χαμό του, από αδυναμία ή αμέλεια, από εγωισμό ή σκοπιμότητες, η πολιτική και η στρατιωτική ηγεσία. Ακόμα και οι ίδιοι οι πολιορκημένοι. Όλοι και όλα εναντίον του. Και η τραγική ειρωνεία: η τουρκοαιγυπτιακή νίκη ήρθε τη στιγμή που τα στρατεύματα του Ιμπραήμ και του Κιουταχή είχαν φθάσει στα έσχατα της αντοχής και αντιμετώπιζαν ακόμα και εγκατάλειψη της πολιορκίας.
…
Εδώ προβάλλει το ερώτημα: Ήταν δυνατή η διάσπαση του κλοιού, η διάλυση του τουρκοαιγυπτιακού στρατοπέδου και η σωτηρία του Μεσολογγίου ; Όλα δείχνουν πως υπήρχαν οι προϋποθέσεις για την ανατροπή των εχθρικών σχεδίων. Είχαν γίνει εισηγήσεις για συντονισμένη πολεμική δράση και σχέδια καταστρώθηκαν για εκστρατεία ναυτική και χερσαία. Αλλά οι εσωτερικές διαμάχες, η αχρηματία, η ιδιοτέλεια και η διαφθορά δεν άφηναν περιθώρια για βοήθεια. Όλων η προσοχή είχε στραφεί, μήνες πριν, στην Γ΄ Εθνική Συνέλευση που είχε ορισθεί για τον Μάρτιο του 1826. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, τα τρία ξενοκίνητα κόμματα, πολιτικοί και στρατιωτικοί, άτομα και ομάδες αγωνίζονταν για την ανάδειξη δικών τους πληρεξουσίων με στόχο την εξουσία. Η Διοίκηση Κουντουριώτη έβλεπε την προσωρινότητά της και αδιαφορούσε, οι αντίπαλοί της πάσχιζαν με μανία για την άλωση της Αρχής. ο αγωνιστής Σπυρομίλιος, ένας από τους απεσταλμένους της Φρουράς, κομιστής απεγνωσμένου μηνύματος από το Μεσολόγγι, εξεικονίζει στα ενθυμήματά του το χάος, την ακυβερνησία, την αδράνεια, την αδιαφορία και την ιδιοτέλεια που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. «Αλλά κατά δυστυχίαν είχε προκηρυχθεί να συγκροτηθεί Εθνική Συνέλευσις και εις αυτόν τον καιρόν ενεργούνται όλαι αι σκευωρίαι και αι ραδιουργίαι διά τας εκλογάς των πληρεξουσίων και των κομμάτων· άρα ήταν εις τον μεγαλύτερον βρασμό ναι φατρίαι»[2]. Κι’ επειδή οι απεσταλμένοι της Φρουράς δεν είχαν προσχωρήσει σε καμμία παράταξη, κανείς δεν τους πρόσεχε, κανείς δεν ενδιαφερόταν. «Αφ’ ου επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμεν να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρησαν όλα τα κόμματα από ημάς, και ενώ τους ωμιλούσαμεν διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το ‘’ναι, έχετε δίκαιον’’, αλλά δεν συνέπραττον υπέρ αυτού με ζήλον»[3]
[1] Κυριάκου Σιμόπουλου, «πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ‘21», τ. Ε΄, σ.σ. 15-16 & 39-41, Αθήνα 1984
[2] Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου, 1825-1826, Αθήναι 1926, σ. 111
[3] Ένθ’ αν., σ. 112. Δεν αποτελούσε κάτι καινούργιο η πολιτική διαφθορά που επικρατούσε στ’ Ανάπλι. Έγραφαν οι Σπετσιώτες (16 Ιουνίου 1825) στην Κυβέρνηση: «Αν δεν εξέλθωσιν οι εν Ναυπλίω εις τας ηδονάς κυλιόμενοι να υπάγωσιν εις τον πόλεμον, ήθελον μετακαλέσει και εκείνοι τα πλοία των» (Ν. Σπηλιάδη, τ. Β΄, σ. 464-465)
Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012
Λογοτεχνία
Διάλογοι Ελλήνων και ξένων στην Αθήνα του 19ου αιώνα
- Πιστεύω … ότι, αφού γνωρίσετε τας Αθήνας, δεν θέλετε τας εύρει τόσον φευκτάς.
- Αι Αθήναι μας αρέσκουν, πλην είμεθα ξένοι …
- Τι προς αυτό ; οι ξένοι μάλιστα συχνάζουν τας κλείνας Αθήνας. Εκ περάτων της γης έρχονται οι επισκεπτόμενοι. Προχθές έφυγεν ο εκ Παρισίων φίλος μου κόμης Σαβώ· ο αστείος φίλος μου λόρδος Βέκσων θέλει διατρίψει όλον τον χειμώνα, και ο Πρίγκιψ Φουφόρ εκ Μόσχας, τον οποίον προ ολίγων ημερών εγνώρισα, με είπεν ότι κετεγοητεύθη υπό των ενταύθα καλλονών.
- Οι φίλοι σας ούτοι είναι περιηγηταί, και αυτοί βέβαια αρέσκονται εις τα ξένα, αλλ’ ημείς …
- Ό,τι θέλετε ευρίσκετε εδώ. Είναι εν μικρογραφία το Παρίσιον· έχετε χορούς, θέατρον, αμαξηλασίας, εργαστήρια γέμοντα όλων των ειδών της πολυτελείας· εντός ολίγων ημερών μάλιστα γίνεται και ιπποδρόμιον, το οποίον θέλουν προεδρεύσει οι Άνακτες, απονέμοντες εις τους αριστεύοντας το βραβείον, θέλω δε φροντίσει να έχετε κατάλληλον θέσιν εις το θέαμα τούτο.
- Σας ευχαριστώ, είμαι περίεργος να ίδω τους ίππους σας και την ιππικήν τέχνην σας· υποθέτω ότι θέλει ομοιάζει το τουρκικόν τζιρίτ.
- Και άλλα θεάματα δυνάμεθα να σας προσφέρωμεν …
(*) Παύλου Καλλιγά, Θάνος Βλέκας, σ.σ. 121-122, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1991
Παρασκευή, 30 Μαρτίου 2012
Ποίηση

Μικρά κείμενα
Μορφές ηρώων(*)
Από τις ηρωικές μορφές του νέου Ελληνισμού είναι ο Κωστής Παλαμάς. Ο Σικελιανός τον λέει κάπου άγιο. Μας θυμίζει μάλιστα ότι δεν είναι ο πρώτος στη γενιά των Παλαμάδων. Ένας άλλος Παλαμάς έχεο αγιάσει, ο Γρηγόριος, επίσκοπος Θεσσαλονίκης, που ψέλνεται η ακολουθία του τη δεύτερη Κυριακή της Σαρακοστής. Μα είναι αυτός προγονός του ; Νομίζω, όχι. Όπως κι’ αν είναι, δεν αλλάζει τίποτα.
Η φύση, η πανσοφία της, χαρίζει κάθε τόσο στις ομάδες τους ήρωες, για να υψώνει τη μέση ανθρωπότητα σ’ άμεση και ζεστή κοινωνία με την ανώτερη ουσία της ζωής, ξεσκεπάζοντας το λαμπρό νόημά της. Πλάθει μ’ άλλα λόγια, τα όργανα, που παιδαγωγούν τους λαούς και τους οδηγούν στους αιώνιους, μεγάλους σκοπούς της. Μέσα σ’ αυτήν, την εξαίσια φάλαγγα των διαλεχτών της, που είναι όλοι αδέρφια, γιατί βγαίνουν απ’ την ίδια φύτρα – αδιάφορο σε πια μορφή ενέργεια φανερώνονται – και ξεσκεπάζουν κάθε φορά ο καθένας με τον τρόπο του, το μυστικό θέλημά της, ο ήρωας του λόγου έχει μια θέση ξεχωριστή. Αν η πράξη είναι στην αρχή, όπως λέει ο Γκαίτε, ο λόγος είναι το φως της, το φως που την δείχνει, την θερμαίνει και την γονιμοποιεί. … Απ’ την μαγεία της λέξης δημιουργήθηκε η άλλη, μεγάλη μαγεία του παραμυθιού, που μας έφερε στην κατάκτηση του κόσμου και της ζωής, για να μας ανεβάσει στην σημερινή μας αξιοπρέπεια. Χωρίς το παραμύθι δεν θα υπήρχε τίποτα· ούτε φύση, ούτε ζωή, ούτε άνθρωπος, ούτε λαός, ούτε θεοί, ούτε λατρείες, ούτε ιστορίες και πολιτισμός, ούτε ποίηση και τέχνη, ούτε έρωτας και ομορφιά. Αγρίμι, μέσα στ’ αγρίμια, θ’ απόμενε ο άνθρωπος, το πιο αξιοδάκρυτο απ’ όλα, κατατρεγμένος, περίφοβος και ζαρωμένος στα βάθη μιας σκοτεινής σπηλιάς. Ο λόγος τον τράβηξε στο φως, το παραμύθι τον έστησε στην σημερινή του κυριαρχία. Γι’ αυτό, στην περίλαμπρη φάλαγγα των ηρώων έχει την πρώτη θέση ο ήρωας του λόγου, ο πλάστης του μύθου. Είναι ο ιερέας τους.
(*) Σπύρου Μελά, Δάσκαλοι του Γένους, σ. 217, εκδόσεις Μπίρης, Αθήναι 1972
Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012
Ιστορία

Μικρά κείμενα
Κλέφτες (*)
Οι κλέπται διέφεραν από τους αρματωλούς εις τούτο πρηγουμένως, ότι επροτιμούσαν φανεράν επανάστασιν κατά των Τούρκων παρά συμφώνησιν μ’ αυτούς οποιανδήποτε. Η μόνη διάκρισις, μα την αλήθειαν, ηφανίζετο, όταν, ως πολλάκις συνέβαινεν, ο δυσαρεστημένος ή καταδυναστευόμενος αρματωλός εγίνετο κλέπτης, ή όταν εσυνέφερεν εις κανένα Πασάν να τους περιλάβη εις το ίδιον όνομα. Εξ αιτίας τούτου, εκατάντησεν ώστε συχνά να μεταχειρίζωνται τας λέξεις αδιακρίτως· και εις την Θεσσαλίαν δε η λέξις κλέπτης εσήμαινεν ή τον ένα ή τον άλλον, ή και τους δύο. Ο γενικός των χαρακτήρ και αι έξεις των ζωγραφούνται ως ακολούθως από θερμόν τινά φίλον της Ελληνικής ελευθερίας.
«Των κλεπτών η ευρωστία ήτον υπερβολή μεγάλη. Μην έχοντες σκήνωμα στερεόν, επεριφέροντο το καλοκαίριον εις τους πλέον υψηλούς, και τον χειμώνα εις τους πλέον χαμηλούς βουνώδεις τόπους. Είχαν όμως πάντοτε μέρος τι, όπου εσυναθροίζοντο και ενίοτε επαροικούσαν, λεγόμενον λιμέρι, και τοποθετημένον πλησίον εις το αρματωλίκιον εκ του οποίου είχαν διωχθήν. Όταν δεν ήσαν απασχολημένοι εις εκστρατείαν, επερνούσαν καιρόν ως επιτοπλείστον καταγινόμενοι εις πολεμικούς αγώνας, και ιδιαιτέρως πυροβολούντες εις σημάδιόν τι. Αδιάλειπτος δε γυμνάσια εις τούτο τους έφερεν εις εκπληκτικόν βαθμόν εμπειρίας. Την ημέραν ηδύναντο να κτυπήσωσιν αυγόν, ή και να περάσωσιν πάλαν διά μέσω δακτυλιδίου σχδόν του αυτού διαμέτρου, ενώ έστεκαν 200 βήματα μακράν· και εις το πλέον δε πισσώδες σκότος, ημπόρουν να πληγώσωσιν εχθρόν, διευθυνόμενοι μόνον από την λάμψιν του τουφεκίου του. …»
(*) Σάμιουελ Σέρινταν Γουΐλσων, Το Παλληκάριον, σ.σ. 30-31, Νεοελληνική Βιβλιοθήκη, Ίδρυμα Κώστα & Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1990
Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012
Φιλοσοφία

Μικρά κείμενα (*)
Η στωική αντίληψη για τον θάνατο
Σύμφωνα με την άποψη του Επίκτητου για τη ζωή, ακόμα και η τελική σκηνή μας ίσως να έχει κάτι το ιδιαίτερο να μας προσφέρει. Αντί να φοβάσαι τον θάνατό σου, ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι πρέπει «να τον κάνεις δόξα σου, ή μια ευκαιρία για ‘σένα που θα δείξει στην πράξη τι είδος προσώπου είναι ο άνθρωπος ο οποίος συμμορφώνεται με τη θέληση της φύσης»(1). Αφού επισημάνει ότι «δεν μπορώ να αποφύγω τον θάνατο», ο Επίκτητος ρωτά ρητορικά: «αντί να αποφύγω τον φόβο του θανάτου, θα πεθάνω μέσα στη θλίψη και τον τρόμο ;»(2). Αποδεχόμενος το αναπόδραστο του θανάτου ο φιλόσοφος ελευθερώνει τον εαυτό του για να εστιάσει το ενδιαφέρον του στη διατήρηση της ειρήνης του νου του. Όταν εξετάζει την θνητότητά του, ο Επίκτητος ελπίζει πως «ας με βρει ο θάνατος τη στιγμή που δεν θα φροντίζω τίποτε άλλο παρά την προαίρεσή μου, για να είμαι απαθής, ανεμπόδιστος, χωρίς εξαναγκασμούς, ελεύθερος»(3)
(*) Μαρκ Κουζνέφσκι & Ρόναλντ Πολάνσκυ, Βιοηθική, σ. 453, εκδόσεις Τραυλός, Αθήνα 2007
(1) Διατριβαί ΙΙΙ.20.13
(2) Διατριβαί Ι.27.9-10
(3) Διατριβαί ΙΙΙ.5.7
Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012
δοκιμιογραφικές ασκήσεις
ο εχθρός[1]
Το τέρας είναι ο πιο πολύτιμος ανάμεσα στους εχθρούς, γι’ αυτό και αναζητείται. Οι υπόλοιποι εχθροί μπορούν απλούστατα να επιτεθούν· είναι οι Γίγαντες, οι Τιτάνες, εκπρόσωποι μιας τάξης που ετοιμάζεται να υποσκελισθεί ή θέλει να εκδικηθεί γιατί υποσκελίσθηκε. Εντελώς διαφορετική είναι η φύση του τέρατος. Το τέρας περιμένει κοντά στην πηγή, το τέρας είναι η πηγή και δεν έχει ανάγκη τον ήρωα. Ενώ ο ήρωας το έχει ανάγκη για να υπάρξει, γιατί η δύναμή του θα προστατευθεί από το τέρας και από το τέρας πρέπει να την αρπάξει. Όταν ο ήρωας αντιμετωπίζει το τέρας δεν έχει ακόμη δύναμη, αλλά ούτε γνώση. Το τέρας είναι ο κρυφός του πατέρας, που θα τον ντύσει με τη δύναμη και τη σοφία που είναι μόνον ενός ατόμου και μόνον το τέρας μπορεί να του μεταβιβάσει.
Το τέρας, στην απαρχή, βρισκόταν στο κέντρο, στο κέντρο της γης και τ’ ουρανού, εκεί όπου αναβρύζουν τα νερά. Όταν το τέρας σκοτώθηκε από τον ήρωα, το διαμελισμένο σώμα του μετακινήθηκε και ανασυντέθηκε στις τέσσερις γωνιές του κόσμου. Μετά περιέβαλε τον κόσμο σ’ έναν κύκλο από φολίδες και νερά. Ήταν το σύνθετο όριο των πάντων, ήταν η κορνίζα.
[1] Ρομπέρτο Καλάσσο, «οι γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας», σ. 382, εκδόσεις Γνώση 1991.
Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012
Απολογία

Η διάκριση που έκανε ο Μπωντλαίρ, στο περίφημο δοκίμιό του για την «ουσία του γέλιου» παραμένει. Υπάρχει ένα κωμικό αθώο και ένα κωμικό πονηρό. Το πρώτο προκαλεί το αυθόρμητο και ηχηρό γέλιο που το χαιρόμαστε στα παιδιά και στους απλοϊκούς ανθρώπους και διασκεδάζει χωρίς αναχαιτίσεις όσους το συναντούν. Το δεύτερο γίνεται αντιληπτό μόνο από εκείνους που γνωρίζουν τα υπονοούμενά του και ευχαριστιούνται όταν συμμετέχουν στην πρόθεση του δημιουργού να «πειράξει» με τα τεχνάσματά του και τους υπαινιγμούς του· αλλιώς στενοχωριούνται ή και θυμώνουν. Το αθώο κωμικό είναι – ας πούμε – διδιάστατο, σκέτη επιφάνεια, δεν έχει «από πίσω» τίποτα και για τούτο μας κάνει να γελούμε «με την καρδιά μας». … Αντίθετα στο πονηρό κωμικό υπάρχει τρίτη διάσταση, βάθος, «σημασία» και απαιτεί σκέψη. Κάτι εννοεί και πρέπει να το συλλάβεις αυτό το νόημά του για να διεγερθείς και να ευθυμήσεις ή να οργιστείς. …
Επικρατέστερο κοινωνικά και για την Τέχνη σπουδαιότερο είναι όχι το αθώο, αλλά το πονηρό κωμικό. Προϊόν του καλλιεργημένου πνεύματος, άνθος προηγμένου πολιτισμού. Και αμαρτωλό, όπως πολλές άλλες ανθρώπινες επιτυχίες. Αυτή τη φυσιογνωμία του στοχάζεται, ασφαλώς, ο Μπωντλαίρ όταν γράφει για το γέλιο ότι έχει διαβολική καταγωγή· «είναι ένα από τα κουκούτσια του συμβολικού μήλου της αμαρτίας». … Το πονηρό κωμικό μόνο ο πονηρός μπορεί να το γευθεί και του είδους τούτου η πονηριά δεν βρίσκει έδαφος στις πρωτόγονα αγνές ψυχές για να βλαστήσει.
Στην κατηγορία του πονηρού κωμικού ανήκει το δηκτικό χιούμορ, η σάτιρα, που από τους πολύ αρχαίους χρόνους καλλιεργείται και ευδοκιμεί στις πολιτισμένες κοινωνίες. Ακόμη και στην ιστορία της Τέχνης έχει περίβλεπτη θέση· ας θυμηθούμε τον μεγάλο της μάστορα στο χώρο του θεάτρου, τον ανυπέρβλητο Αριστοφάνη. Σάτιρα δεν είναι απλώς το «χωρατό που πειράζει», γιατί το χωρατό, καθώς το λέει άλλωστε και το όνομά του, είναι συνήθως μια χονδροειδής και άτεχνη κοροϊδία. Αλλά ένα έξυπνο παιχνίδι με απομιμήσεις ή λόγια, μια αστειότητα που, καθώς πάλι το λέει η ίδια η λέξη – αστεία είναι τα ήθη του «άστεος» – γίνεται με πνεύμα και λεπτό χειρισμό, για να μπορεί να βρει το στόχο και να «καρφώσει».
Η σάτιρα είναι ένας τρόπος επιθετικής συμπεριφοράς που κρύβει μέσα του και συχνά τη φανερώνει με πολλήν αυθάδεια, μια δόση κακίας· τουλάχιστον την έλλειψη επιείκειας. Τρόπος ίσως όχι γενναίος, γιατί το χτύπημα δίνεται στον αντίπαλο από πίσω και με μάσκα, στα «αστεία». Σκοπός είναι κι εδώ η «σφαγή», αλλά επιδιώκεται χωρίς τον κίνδυνο της απευθείας αναμέτρησης. Σάτιρα αθώα δεν υπάρχει, δεν είναι δυνατόν να υπάρξει, αφού πάντα πληγώνει και πληγώνει – επικρίνει, στηλιτεύει, διαπομπεύει – με πρόθεση να πληγώσει. Γι’ αυτό αναζητεί και προκρίνει την πιο ευαίσθητη πλευρά, το πιο νευραλγικό σημείο του εχθρού κι εκεί χτυπάει αδυσώπητα. Και, όπως είπα, εκ του ασφαλούς. Θα ονομάσουμε άραγε τη σάτιρα άνανδρο είδος πολέμου ; Θα την ειπούμε δειλία, μικροψυχία, ευτέλεια ; Πριν αποφανθούμε οριστικά, ας σκεφτούμε ότι όταν απεχθάνεσαι έναν ισχυρό γιατί κάνει απάνθρωπη κατάχρηση της δύναμής του, ή μια κατάσταση πραγμάτων που επιβάλλεται με τη ρομφαία της βίας, και δεν έχει άλλο τρόπο να εκδηλώσεις την αντίθεσή σου, θα καταφύγεις αναγκαστικά στο μόνο μέσον που σου παρέχουν οι μικρές δυνάμεις σου στη σάτιρα. «Ο έρως του καλού» γράφει ο Εμμανουήλ Ρόϊδης – στις περίφημες επιστολές «Αγρινιώτου Σουρλή» – «καλείται ενθουσιασμός και γεννά τους Πινδάρους και τους Μίλτωνας· το μίσος του κακού καλείται σάτιρα και γεννά τους Λουκιανούς και τους Βολταίρους».
Ρίζα λοιπόν της σάτιρας δεν είναι μόνο η κακεντρέχεια ή η μνησικακία του δειλού και αποστρεφόμενου τον κίνδυνο ανθρώπου, αλλά κυρίως το μίσος του κακού, η εξέγερση που προκαλεί στον ανίσχυρο η φυσική ή η ηθική καταδυνάστευσή του από πρόσωπα και καθεστώτα τυραννικά.
(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 161-163, εκδόσεις Δωδώνη 1989
Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012
πολιτική φιλοσοφία

Έχουν, άραγε, κατά έναν αδυσώπητο νόμο, καταδικαστεί οι μικροί και οι αδύνατοι – είτε είναι άτομα είτε ολόκληροι λαοί – να υποτάσσονται στους μεγάλους και στους δυνατούς και όταν δυσανασχετούν ή εξεγείρονται γι’ αυτή τη μεταχείριση, να εξοντώνονται από τούτους αλύπητα ; Ότι η ιστορία του ανθρώπου βεβαιώνει το πράγμα (ακόμα και με σπάνιες εξαιρέσεις στον κανόνα) δύσκολα μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Είναι όμως όχι μόνο ιστορικό γεγονός, αλλά και φυσικού νόμου επιταγή ο άοπλος και ο αφελής να γίνεται παίγνιο, δούλος και βορά του αρματωμένου και του πανούργου ;
Ως θεωρία ηθική και πολιτική φιλοσοφία η γνώμη αυτή είναι πανάρχαιη· τη βρίσκομε κιόλας άριστα διατυπωμένη στους χρόνους των Ελλήνων σοφιστών. Ο Πλάτων μέσα στο «Γοργία» βάζει τον μαθητή τους Καλλικλή να την υποστηρίζει αδιάλλακτα απέναντι στον ίδιο το Σωκράτη, που όμως δεν εννοεί να παραδεχτεί ότι σε τελική ανάλυση την ευτυχία του ανθρώπου την τρέφει και την ασφαλίζει η υπεροχή – έστω και με τη βία. "Η ίδια η Φύση" λέγει ο Καλλικλής «δηλώνει, νομίζω, καθαρά ότι το δίκαιο είναι να έχει ο καλύτερος περισσότερα από τον χειρότερο και ο δυνατότερος περισσότερα απ’ τον αδύναμο. Τούτο γίνεται φανερό σε πολλές περιπτώσεις, και στων άλλων ζώων τις σχέσεις και στων ανθρώπων, καθώς και στις σχέσεις ολόκληρων πόλεων και γενών· έτσι έχει κριθεί το δίκαιο, ο καλύτερος να εξουσιάζει τον χειρότερο και να έχει περισσότερα απ’ αυτόν» (483 d) . Η βία, λοιπόν, είναι «νόμος της φύσεως», «το της φύσεως δίκαιον».
Όπως είναι γνωστό, αυτό κατά τον Θουκυδίδη υποστήριξαν και οι Αθηναίοι στον περίφημο διάλογό τους με τους Μηλίους : «Και μεις γνωρίζομε και σεις ότι κατά τον ανθρώπινο νόμο τα δίκαιο κρίνονται μόνο από ίσους, ενώ τα δυνατά τα πράττουν οι ισχυροί και τα παραδέχονται οι ασθενείς». «Και οι θεοί, όπως πιστεύουν οι άνθρωποι, και αναμφισβήτητα οι άνθρωποι αναγκάζονται πάντοτε από φυσικήν ορμή να εξουσιάζουν εκείνους από τους οποίους υπερτερούν» (Ε 89, 105).
Τώρα, πώς συμβαίνει αρχαίες και νέες νομοθεσίες να καταδικάζουν την αυθαιρεσία και την πλεονεξία των ισχυρών εις βάρος των ασθενών – τούτο, λέγει ο Καλλικλής του πλατωνικού διαλόγου (24 ολόκληρους αιώνες πριν το επαναλάβει ο Νίτσε), δεν είναι καθόλου δύσκολο να το εξηγήσομε: "Τους νόμους τους θέτουν οι αδύνατοι άνθρωποι και το πλήθος. Κατά τα δικά τους λοιπόν μέτρα και σύμφωνα με το δικό τους συμφέρον νομοθετούν … διακηρύσσοντας, για να εκφοβίζουν όσους έχουν τη ρώμη και την ικανότητα να πλεονεκτούν, ώστε να μην αρπάζουν τα περισσότερα, ότι είναι άσχημο και άδικο πράγμα η πλεονεξία, και αδικία η απαίτηση να έχει κανείς πιο πολλά από τους άλλους" (483 b, c).
Με τις ελληνικές ρίζες του το «δίκαιο της πυγμής» σταδιοδρόμησε λαμπρά στο θεωρητικό πεδίο, όπως άλλωστε είχε και στο πρακτικό ευδοκιμήσει μυριάδες χρόνια πριν από τη φιλοσοφική γραφή του, και εξακολουθεί, αλίμονο, να ακμάζει.
(1) Ε.Π. Παπανούτσου, «το Δίκαιο της Πυγμής», σ.σ. 11-12, εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 1989.

